Ας συμφωνήσουμε ότι δεν είναι κομψό να ανακοινώνουν προθέσεις κυβερνητικής πολιτικής οι τρεις «χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι», που θα έλεγε και η αλήστου μνήμης προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτό και μόνο ίσως να είναι μια καλή αφορμή για να χτυπιούνται στο γυαλί και να σχίζουν τα ιμάτιά τους οι θεατρίνοι των οκτώ. Ομως μπαίνει κι ένα άλλο ζήτημα. Επί της ουσίας θα πρέπει να συζητήσουμε το θέμα; Ή θα συνεχίσουμε σ’ αυτή τη χώρα να διαλεγόμαστε με όρους τηλεκαφενείου, όπου διάφοροι θα δακρύζουν για τη χαμένη αξιοπρέπεια και άλλοι θα κλαίνε γοερά για τα ασημικά της οικογένειας;
Μεγαλύτερο και από το οικονομικό πρόβλημα της χώρας είναι ο δημόσιος διάλογός της. Αυτός, με βασική ευθύνη των ΜΜΕ, ποτέ δεν προχωρεί στην ουσία της πολιτικής· πάντα μένει στη διαδικασία της. Ποτέ δεν συζητάμε τις προτάσεις ενός πολιτικού, πάντα «αποκαλύπτουμε» προθέσεις του. Ποτέ δεν αναλύουμε πολιτικά προγράμματα, πάντα διυλίζουμε το «σου ’πα, μου ’πες» των πολιτικών. Κάπως έτσι χρεοκόπησε η χώρα και οι τελευταίοι που το έμαθαν ήταν οι Ελληνες πολίτες. Ετσι εκπλήσσονται οι αυτοκινητιστές στο γκισέ των διοδίων: όταν ο κ. Σουφλιάς περνούσε από τη Βουλή τις συμβάσεις, τα ΜΜΕ ασχολούνταν με τις αιχμές, βολές, υπαινιγμούς κ.λπ. που άφηνε κατά του κ. Αλογοσκούφη. Η πραγματική πολιτική θάφτηκε κάτω από τόνους πολιτικού κουτσομπολιού.
Μια κοινωνία που δεν διυλίζει τη διαδικασία, αλλά ασχολείται με την ουσία των πραγμάτων, θα έθετε αμέσως μετά τη συνέντευξη της τρόικας κάποια ερωτήματα. Υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία 50 δισ. για να αξιοποιήσουμε; Αν υπάρχουν, πώς θα τα αξιοποιήσουμε; Μας συμφέρει να τα πουλήσουμε; Τι άλλες εναλλακτικές λύσεις έχουμε; Θα έβγαιναν στο τραπέζι αριθμοί, θα κατετίθεντο προτάσεις, θα γινόταν σκληρή αντιπαράθεση και θα καταλήγαμε σε ένα συμπέρασμα. Στην Ελλάδα, το πρωί του Σαββάτου κυκλοφόρησαν δεξιές κι αριστερές εφημερίδες με τον ίδιο τίτλο «Πωλείται η Ελλάς» και οι τηλεπαρουσιαστές έλεγαν ότι θα πουλήσουμε και τα τασάκια του Δημοσίου. Η συζήτηση για μία ακόμη φορά έγινε χωρίς στοιχεία και, κυρίως, χωρίς προηγούμενη σκέψη. Η συνθηματολογία βγήκε στο μεϊντάνι κι όποιον πάρει ο χάρος.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η πρόταση να πουλήσουμε τα τασάκια δεν είναι κακή. Ως γνωστόν το κάπνισμα απαγορεύτηκε στις δημόσιες υπηρεσίες, επομένως τα τασάκια είναι άχρηστα. Αλλά... Μήπως υπάρχουν κι άλλα άχρηστα πράγματα στον δημόσιο τομέα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν; Κτίρια που ρημάζουν ανεκμετάλλευτα; Δημόσιες επιχειρήσεις που κινδυνεύουν να γίνουν η «Ολυμπιακή» του μέλλοντός μας; Οργανισμοί που πουλάνε χαλιά και θα απέδιδαν περισσότερα αν τους διαχειριζόταν κάποιος ιδιώτης; Εκτάσεις που χρησιμεύουν μόνο για παράνομη απόθεση απορριμμάτων;
Δυστυχώς αυτά τα στοιχεία δεν εμφανίστηκαν το Σαββατοκύριακο του μεγάλου κλαυθμού. Αντί στοιχείων υπήρξαν δάκρυα και συνθήματα. Τα δελτία «ειδήσεων» ήταν συνέχεια των σίριαλ που αντικατέστησαν· αντί για ειδήσεις είχαν καημούς και αναστεναγμούς. Οι τηλεστάρ αντί να ενημερώνουν δάκρυζαν. Οπως κάνουν με κάθε ευκαιρία για να διατηρήσουν το lead-in από το σίριαλ που προηγείται του δελτίου.
Για την αντιγραφή
Η ποίηση αποτελεί μια ζωή δικαιότερη απο την πραγματική. Γι αυτό πιο αντάξια του "ανθρώπου"
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Ζήσαμε πάντοτε αλλού
και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί
και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
ΚΑΙ Η ΜΥΛΩΝΟΥ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΤΗΣ......
Το καλοκαίρι του 2002, συνιστώσες της Αριστεράς επιχείρησαν να πείσουν την ελληνική κοινωνία ότι οι κουμπουροφόροι της «17 Νοέμβρη» δεν διέπρατταν απλές δολοφονίες, αλλά έκαναν «πολιτικά εγκλήματα». Οταν μάλιστα συνελήφθησαν, δεν τους χαρακτήρισαν «κατηγορούμενους για δολοφονίες» αλλά «πολιτικούς κρατούμενους». Το γνωστό, μάλιστα, «Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα» επιμένει μέχρι και σήμερα ότι τα παιδιά με τα κουμπούρια και τα μπαζούκας απλώς έκαναν κάτι σαν πολιτική εκστρατεία, με λίγο θόρυβο παραπάνω του κανονικού.
Σε μανιφέστο που εξέδωσε το εν λόγω Δίκτυο πριν από έναν χρόνο πληροφορεί τις «Συλλογικότητες και συντρόφους-ισσες από τον αριστερό και τον αντιεξουσιαστικό χώρο» ότι συγκρότησε τη «Δράση για την Ελευθερία», η οποία έχει στόχο «την ανάπτυξη του κινήματος αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους, που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε ύφεση, ενώ οι έγκλειστοι στην ειδική πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού συνεχίζουν, περίπου οκτώ χρόνια μετά το τρομοκαλοκαίρι του 2002, να βιώνουν την κρατική αυθαιρεσία και εκδικητικότητα. Το κίνημα αλληλεγγύης (...) επείγει να ξαναβρεί το βηματισμό του και να περάσει σε μια νέα φάση, αυτή του αγώνα για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Αποτελεί κοινή μας πεποίθηση ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι είναι αγωνιστές του κινήματος και η οργάνωση για τη δράση της οποίας καταδικάστηκαν (οι περισσότεροι με έωλα ή κατασκευασμένα στοιχεία), η 17Ν, υπήρξε αντικαπιταλιστική επαναστατική οργάνωση. Θεωρούμε, λοιπόν, καθήκον μας, ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία μας με τη δράση και τις απόψεις της 17Ν, ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία μας με τη στάση πολιτικών κρατουμένων μετά τη σύλληψή τους, να αγωνιστούμε για την απελευθέρωσή τους, να κινητοποιηθούμε για να σταματήσουν οι διακρίσεις εις βάρος τους...».
Αυτού του τύπου η ρητορεία με τις φανταχτερές λέξεις («πολιτικοί κρατούμενοι», «τρομοκαλοκαίρι του 2002», «αγωνιστές του κινήματος» κ. λπ.) μπολιάζει όλο και περισσότερο τον αριστερό λόγο και δεν περιορίζεται για «απελευθερωτικούς» σκοπούς, όπως είναι η αποφυλάκιση των «αγωνιστών του κινήματος» της (απλώς) «αντικαπιταλιστικής επαναστατικής οργάνωσης» «17 Νοέμβρη». Μετά κάθε διαδήλωση μαθαίνουμε ότι «Ζούμε σε αστυνομικό κράτος», όπου «βασιλεύει ο τρόμος» και γίνεται «χημικός πόλεμος» και οι «δυνάμεις καταστολής» «παραβιάζουν σωρηδόν και αδιακρίτως τα ατομικά δικαιώματα». Η παρουσία αστυνομικών στο λιμάνι, όταν οι ναυτεργάτες δεν άφηναν τα πλοία να αποπλεύσουν, χαρακτηρίστηκε «φασιστική κατοχή του Πειραιά».
Από την άλλη, η μεγαλοστομία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ χαρακτηρίζουν τη σημερινή εποχή «ημέρες Κατοχής», ενώ ο κ. Αλαβάνος ελάλησε ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδος είναι ο Πινοσέτ της Ε. Ε. επειδή έφερε το ΔΝΤ στην Ευρώπη, ενώ ο κ. Παναγιώτης Λαφαζάνης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση (και κάποιοι άλλοι, που δεν κατονόμασε) συμπεριφέρονται «ως σύγχρονοι Κουίσλινγκ της Κομισιόν, του ΔΝΤ και των κεφαλαιαγορών».
Η ίδια μεγαλοστομία χαρακτηρίζει και τα διάφορα κινήματα «δεν πληρώνω», τα οποία χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως «κινήματα ανυπακοής». Ακούγονται ως επιχειρήματα το δικαίωμα στην επανάσταση του Τζον Λοκ, η «πολιτική ανυπακοή» του Χένρι Ντέιβιντ Θορό και άλλα εκτός της συγκυρίας κι εκτός της λογικής. Ο μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος Τζον Λοκ, για παράδειγμα, έγραψε στη «Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως» ότι οι άνθρωποι σύμφωνα με τον φυσικό νόμο γεννιούνται τελείως ελεύθεροι. Συναινούν να θυσιάσουν μέρος της ελευθερίας τους για να σχηματίσουν οργανωμένες κοινωνίες, αλλά αυτή η θυσία υπόκειται στους κανόνες ενός άρρητου κοινωνικού συμβολαίου. Τα άτομα υπόκεινται τη διακυβέρνηση με αντάλλαγμα την ασφάλεια και από εξωτερικές απειλές, αλλά και από απειλές στη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία που προέρχονται από άλλα μέλη της κοινότητας. Διακυβέρνηση, όμως, χωρίς τη συναίνεση των κυβερνωμένων δεν είναι μόνο τυραννία. Αποτελεί απειλή στην ασφάλεια των ατόμων, αυτή την ασφάλεια που το κράτος πρέπει να παρέχει. Ετσι θεμελιώνεται το δικαίωμα στην επανάσταση. Ο λαός οφείλει να εξεγερθεί αμυνόμενος στην απειλή που αποτελεί μια απολυταρχική κυβέρνηση. Ο Θορό αρνήθηκε να πληρώσει έναν συγκεκριμένο φόρο, διότι δεν θέλησε να χρηματοδοτήσει με τον οβολό του ένα άδικο πόλεμο. Δεν το έκανε προς ίδιον όφελος (το πλήρωσε με βραχύβια φυλάκιση) και επίσης δεν το έκανε για τα 2,30 ευρώ των διοδίων, ούτε για το 1,40 των λεωφορείων.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο γλωσσικός πληθωρισμός τελικώς αποκρύπτει υπαρκτά προβλήματα αντί να βοηθά στην επίλυσή τους. Υπάρχουν κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας, τα οποία όμως διά της διαρκούς καταγγελίας περνούν πλέον απαρατήρητα. Λειτουργεί ο μύθος του βοσκού με τα πρόβατα. Οταν καταγγέλλεις ως αστυνομική αυθαιρεσία την απλή επιβολή της τάξης, στο τέλος κανείς δεν ακούει τις καταγγελίες πραγματικής αυθαιρεσίας. Οταν διευρύνεις το «κίνημα του τζάμπα» παντού, κατ’ ουσίαν αποκρύπτονται τα πραγματικά προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν με συμβάσεις παραχώρησης των εθνικών οδών, τα διόδια σε παράπλευρους δρόμους κ. λπ. Οταν μιλάς για «Πινοσέτ της Ευρώπης» κατ’ ουσία προσβάλλεις τα χιλιάδες θύματα του χιλιανού λαού που μαρτύρησαν από τις δυνάμεις του αιμοσταγούς δικτάτορα. Ο πληθωρισμός των λέξεων λειτουργεί σαν τον πληθωρισμό στην οικονομία. Διαβρώνει αξίες.
Ο Γκαίτε κάποτε είχε γράψει πως «όταν αποτυγχάνουν οι ιδέες, χρήσιμο είναι να έχεις λέξεις». Ο διογκούμενος πληθωρισμός των χαρακτηρισμών από ένα μέρος της Αριστεράς πιθανώς να έχει να κάνει με τη συρρικνούμενη ιδεολογική της κυριαρχία.
Η Αριστερά απήλαυσε σε ολόκληρη τη μεταπολίτευση μια απροϋπόθετη πρωτοκαθεδρία στον χώρο των ιδεών. Μπορούσε να απαξιώσει αντιπάλους ή αντίπαλα ρεύματα ιδεών με ένα μόνο επίθετο, π. χ. «φασίστας» ή, χειρότερα, «νεοφιλελεύθερος». Αυτό, όμως, ήταν και η αχίλλειος πτέρνα της. Επί πολλά έτη δεν μπόλιασε διαλεκτικά το ιδεολογικό της οπλοστάσιο (οι θέσεις της δεν αντιπαραβάλλονταν με αντιθέσεις για να προκύψουν οι νέες συνθέσεις) με αποτέλεσμα η επεξεργασία των προβλημάτων να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το πραγματικό. Αυτή η κυριαρχία δημιούργησε αφενός μια ιδεολογική υπεροψία και αφετέρου ένα διογκούμενο φαντασιακό σύμπαν, το οποίο όμως δεν λύνει πραγματικά προβλήματα. Οσο όμως δεν προτείνονται πραγματικές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα, τόσο φθίνει η κυριαρχία, και όσο φθίνει η κυριαρχία τόσο επιστρατεύονται μεγαλοστομίες. Οι μεγαλοστομίες με τη σειρά τους αναδεικνύουν όλο και περισσότερο την ιδεολογική γύμνια και αρχίζει ένας σπειροειδής κύκλος με όλο και πιο ανεδαφικές θέσεις και όλο και μεγαλύτερες κουβέντες. Για να καταλήξουμε στις αφισέτες του κ. Αλαβάνου με σύνθημα: «Για να βρούνε δουλειά οι νέοι, είμαστε έτοιμοι να πάμε και φυλακή».
Για την αντιγραφή
Σε μανιφέστο που εξέδωσε το εν λόγω Δίκτυο πριν από έναν χρόνο πληροφορεί τις «Συλλογικότητες και συντρόφους-ισσες από τον αριστερό και τον αντιεξουσιαστικό χώρο» ότι συγκρότησε τη «Δράση για την Ελευθερία», η οποία έχει στόχο «την ανάπτυξη του κινήματος αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους, που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε ύφεση, ενώ οι έγκλειστοι στην ειδική πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού συνεχίζουν, περίπου οκτώ χρόνια μετά το τρομοκαλοκαίρι του 2002, να βιώνουν την κρατική αυθαιρεσία και εκδικητικότητα. Το κίνημα αλληλεγγύης (...) επείγει να ξαναβρεί το βηματισμό του και να περάσει σε μια νέα φάση, αυτή του αγώνα για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Αποτελεί κοινή μας πεποίθηση ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι είναι αγωνιστές του κινήματος και η οργάνωση για τη δράση της οποίας καταδικάστηκαν (οι περισσότεροι με έωλα ή κατασκευασμένα στοιχεία), η 17Ν, υπήρξε αντικαπιταλιστική επαναστατική οργάνωση. Θεωρούμε, λοιπόν, καθήκον μας, ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία μας με τη δράση και τις απόψεις της 17Ν, ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία μας με τη στάση πολιτικών κρατουμένων μετά τη σύλληψή τους, να αγωνιστούμε για την απελευθέρωσή τους, να κινητοποιηθούμε για να σταματήσουν οι διακρίσεις εις βάρος τους...».
Αυτού του τύπου η ρητορεία με τις φανταχτερές λέξεις («πολιτικοί κρατούμενοι», «τρομοκαλοκαίρι του 2002», «αγωνιστές του κινήματος» κ. λπ.) μπολιάζει όλο και περισσότερο τον αριστερό λόγο και δεν περιορίζεται για «απελευθερωτικούς» σκοπούς, όπως είναι η αποφυλάκιση των «αγωνιστών του κινήματος» της (απλώς) «αντικαπιταλιστικής επαναστατικής οργάνωσης» «17 Νοέμβρη». Μετά κάθε διαδήλωση μαθαίνουμε ότι «Ζούμε σε αστυνομικό κράτος», όπου «βασιλεύει ο τρόμος» και γίνεται «χημικός πόλεμος» και οι «δυνάμεις καταστολής» «παραβιάζουν σωρηδόν και αδιακρίτως τα ατομικά δικαιώματα». Η παρουσία αστυνομικών στο λιμάνι, όταν οι ναυτεργάτες δεν άφηναν τα πλοία να αποπλεύσουν, χαρακτηρίστηκε «φασιστική κατοχή του Πειραιά».
Από την άλλη, η μεγαλοστομία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ χαρακτηρίζουν τη σημερινή εποχή «ημέρες Κατοχής», ενώ ο κ. Αλαβάνος ελάλησε ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδος είναι ο Πινοσέτ της Ε. Ε. επειδή έφερε το ΔΝΤ στην Ευρώπη, ενώ ο κ. Παναγιώτης Λαφαζάνης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση (και κάποιοι άλλοι, που δεν κατονόμασε) συμπεριφέρονται «ως σύγχρονοι Κουίσλινγκ της Κομισιόν, του ΔΝΤ και των κεφαλαιαγορών».
Η ίδια μεγαλοστομία χαρακτηρίζει και τα διάφορα κινήματα «δεν πληρώνω», τα οποία χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως «κινήματα ανυπακοής». Ακούγονται ως επιχειρήματα το δικαίωμα στην επανάσταση του Τζον Λοκ, η «πολιτική ανυπακοή» του Χένρι Ντέιβιντ Θορό και άλλα εκτός της συγκυρίας κι εκτός της λογικής. Ο μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος Τζον Λοκ, για παράδειγμα, έγραψε στη «Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως» ότι οι άνθρωποι σύμφωνα με τον φυσικό νόμο γεννιούνται τελείως ελεύθεροι. Συναινούν να θυσιάσουν μέρος της ελευθερίας τους για να σχηματίσουν οργανωμένες κοινωνίες, αλλά αυτή η θυσία υπόκειται στους κανόνες ενός άρρητου κοινωνικού συμβολαίου. Τα άτομα υπόκεινται τη διακυβέρνηση με αντάλλαγμα την ασφάλεια και από εξωτερικές απειλές, αλλά και από απειλές στη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία που προέρχονται από άλλα μέλη της κοινότητας. Διακυβέρνηση, όμως, χωρίς τη συναίνεση των κυβερνωμένων δεν είναι μόνο τυραννία. Αποτελεί απειλή στην ασφάλεια των ατόμων, αυτή την ασφάλεια που το κράτος πρέπει να παρέχει. Ετσι θεμελιώνεται το δικαίωμα στην επανάσταση. Ο λαός οφείλει να εξεγερθεί αμυνόμενος στην απειλή που αποτελεί μια απολυταρχική κυβέρνηση. Ο Θορό αρνήθηκε να πληρώσει έναν συγκεκριμένο φόρο, διότι δεν θέλησε να χρηματοδοτήσει με τον οβολό του ένα άδικο πόλεμο. Δεν το έκανε προς ίδιον όφελος (το πλήρωσε με βραχύβια φυλάκιση) και επίσης δεν το έκανε για τα 2,30 ευρώ των διοδίων, ούτε για το 1,40 των λεωφορείων.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο γλωσσικός πληθωρισμός τελικώς αποκρύπτει υπαρκτά προβλήματα αντί να βοηθά στην επίλυσή τους. Υπάρχουν κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας, τα οποία όμως διά της διαρκούς καταγγελίας περνούν πλέον απαρατήρητα. Λειτουργεί ο μύθος του βοσκού με τα πρόβατα. Οταν καταγγέλλεις ως αστυνομική αυθαιρεσία την απλή επιβολή της τάξης, στο τέλος κανείς δεν ακούει τις καταγγελίες πραγματικής αυθαιρεσίας. Οταν διευρύνεις το «κίνημα του τζάμπα» παντού, κατ’ ουσίαν αποκρύπτονται τα πραγματικά προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν με συμβάσεις παραχώρησης των εθνικών οδών, τα διόδια σε παράπλευρους δρόμους κ. λπ. Οταν μιλάς για «Πινοσέτ της Ευρώπης» κατ’ ουσία προσβάλλεις τα χιλιάδες θύματα του χιλιανού λαού που μαρτύρησαν από τις δυνάμεις του αιμοσταγούς δικτάτορα. Ο πληθωρισμός των λέξεων λειτουργεί σαν τον πληθωρισμό στην οικονομία. Διαβρώνει αξίες.
Ο Γκαίτε κάποτε είχε γράψει πως «όταν αποτυγχάνουν οι ιδέες, χρήσιμο είναι να έχεις λέξεις». Ο διογκούμενος πληθωρισμός των χαρακτηρισμών από ένα μέρος της Αριστεράς πιθανώς να έχει να κάνει με τη συρρικνούμενη ιδεολογική της κυριαρχία.
Η Αριστερά απήλαυσε σε ολόκληρη τη μεταπολίτευση μια απροϋπόθετη πρωτοκαθεδρία στον χώρο των ιδεών. Μπορούσε να απαξιώσει αντιπάλους ή αντίπαλα ρεύματα ιδεών με ένα μόνο επίθετο, π. χ. «φασίστας» ή, χειρότερα, «νεοφιλελεύθερος». Αυτό, όμως, ήταν και η αχίλλειος πτέρνα της. Επί πολλά έτη δεν μπόλιασε διαλεκτικά το ιδεολογικό της οπλοστάσιο (οι θέσεις της δεν αντιπαραβάλλονταν με αντιθέσεις για να προκύψουν οι νέες συνθέσεις) με αποτέλεσμα η επεξεργασία των προβλημάτων να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το πραγματικό. Αυτή η κυριαρχία δημιούργησε αφενός μια ιδεολογική υπεροψία και αφετέρου ένα διογκούμενο φαντασιακό σύμπαν, το οποίο όμως δεν λύνει πραγματικά προβλήματα. Οσο όμως δεν προτείνονται πραγματικές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα, τόσο φθίνει η κυριαρχία, και όσο φθίνει η κυριαρχία τόσο επιστρατεύονται μεγαλοστομίες. Οι μεγαλοστομίες με τη σειρά τους αναδεικνύουν όλο και περισσότερο την ιδεολογική γύμνια και αρχίζει ένας σπειροειδής κύκλος με όλο και πιο ανεδαφικές θέσεις και όλο και μεγαλύτερες κουβέντες. Για να καταλήξουμε στις αφισέτες του κ. Αλαβάνου με σύνθημα: «Για να βρούνε δουλειά οι νέοι, είμαστε έτοιμοι να πάμε και φυλακή».
Για την αντιγραφή
ΙΚΑ-ΙΚΑ
Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι οι γιατροί
του ΙΚΑ απεργούν μόνο για το καλό μου,
αλλά πρέπει και αυτοί να αναγνωρίσουν
ότι έως χτες με δούλευαν κανονικά
για το δικό τους καλό.
Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011
Ω.....
Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε
κι εμείς τη ζωή μας.
Τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες.
Ω γενιά μου χαμένη, πήραμε μεγάλους δρόμους, μείναμε στη μέση.
Κι αν νικηθήκαμε, δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
απ’ αυτό το πάθος για κάτι πιο μακρινό.
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011
ΠΑΡΙΣΙ 20/1/11
Οι βασιλιάδες χωράνε σ’ ένα κουτί από σπίρτα όταν κοιμάσαι.
Και τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει που
ήμαστε κάποτε παιδιά.
Και τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει που
ήμαστε κάποτε παιδιά.
Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011
ΠΛΟΙΟ
Οι εκδοχές όλες υπάρχουν,
της φαντασίας περιοχές,
απ' όπου περνάς,
όπου πήγες κι όπου θα πας.
Τρικυμίες πολλές, τιμωρίες,
η γαλήνη αδιάφορη, πυκνή
κι οδυνηρή κάποτε.
Κι ύστερα πάλι σαν αρχή,
ξεκίνημα πάλι, απ' την αρχή...
Ως πότε μπορεί ν' αρχίζει
κανείς τη ζωή του;
Καθώς ξεκινά πάντοτε, την αχάραχτη αυγή,
αφήνοντας το ξένο λιμάνι,
όπου ηδονικά, ίσως έχει ξεκουραστεί.
Αφού ακόμα και την επιστροφή
έχεις φανταστεί.
Εσένα που ξέρεις τι σε περιμένει,
τι σου απομένει να κάνεις;
Πού θα πας,
πού να βρεθείς θέλεις;
Για σένα δεν υπάρχει ούτε Ιθάκη,
δεν υπάρχει επιστροφή πραγματική
για σε που γνωρίζεις,
πως η πορεία του πλοίου υπάρχει,
μονάχα η ζωή σου για να ξοδευτεί.
Τι σου ψιθυρίζει λοιπόν
η φοβερή εκείνη φωνή,
καθώς η ψυχή σου οδηγεί
την πορεία τού πλοίου;
Τι λοιπόν σου έχει πει,
μίλησε...
Δεν σου δίδαξε ακόμα
η αποτρόπαια αυτή και θαυμάσια φωνή,
πως μονάχα η σιωπή μπορεί
να χορτάσει την αστείρευτη δίψα σου
για την ιδανική πλάνη;
Κόγχη ερωτική τής αγάπης, ύλη
η γη θα σκαφτεί, μήτρα πρωτόγονη
θ' ανοίξει, για να δεχτεί και μαζί
να προβάλλει τον έφηβο άγγελο.
Εκείνη, με τη δική της δύναμη
τον καλεί κι εκείνη τον ανυψώνει.
Τόσο τον έχει αγαπήσει,
που τον περιμένει πάλι να 'ρθεί.
Έρωτα θα τον γεννήσει, μορφή
του δικού της παρόντος παιδί.
Του πνεύματος ύλη,
πνεύμα τής ύλης,
της αντάμωσης δόξα,
προσφορά και παραδοχή.
της φαντασίας περιοχές,
απ' όπου περνάς,
όπου πήγες κι όπου θα πας.
Τρικυμίες πολλές, τιμωρίες,
η γαλήνη αδιάφορη, πυκνή
κι οδυνηρή κάποτε.
Κι ύστερα πάλι σαν αρχή,
ξεκίνημα πάλι, απ' την αρχή...
Ως πότε μπορεί ν' αρχίζει
κανείς τη ζωή του;
Καθώς ξεκινά πάντοτε, την αχάραχτη αυγή,
αφήνοντας το ξένο λιμάνι,
όπου ηδονικά, ίσως έχει ξεκουραστεί.
Αφού ακόμα και την επιστροφή
έχεις φανταστεί.
Εσένα που ξέρεις τι σε περιμένει,
τι σου απομένει να κάνεις;
Πού θα πας,
πού να βρεθείς θέλεις;
Για σένα δεν υπάρχει ούτε Ιθάκη,
δεν υπάρχει επιστροφή πραγματική
για σε που γνωρίζεις,
πως η πορεία του πλοίου υπάρχει,
μονάχα η ζωή σου για να ξοδευτεί.
Τι σου ψιθυρίζει λοιπόν
η φοβερή εκείνη φωνή,
καθώς η ψυχή σου οδηγεί
την πορεία τού πλοίου;
Τι λοιπόν σου έχει πει,
μίλησε...
Δεν σου δίδαξε ακόμα
η αποτρόπαια αυτή και θαυμάσια φωνή,
πως μονάχα η σιωπή μπορεί
να χορτάσει την αστείρευτη δίψα σου
για την ιδανική πλάνη;
Κόγχη ερωτική τής αγάπης, ύλη
η γη θα σκαφτεί, μήτρα πρωτόγονη
θ' ανοίξει, για να δεχτεί και μαζί
να προβάλλει τον έφηβο άγγελο.
Εκείνη, με τη δική της δύναμη
τον καλεί κι εκείνη τον ανυψώνει.
Τόσο τον έχει αγαπήσει,
που τον περιμένει πάλι να 'ρθεί.
Έρωτα θα τον γεννήσει, μορφή
του δικού της παρόντος παιδί.
Του πνεύματος ύλη,
πνεύμα τής ύλης,
της αντάμωσης δόξα,
προσφορά και παραδοχή.
Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011
ΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ
Αν είναι η αγάπη ανύπαρκτη, πώς τότε με φλογίζει ;
Αν πάλι υπάρχει αληθινά, για ποιους σκοπούς δουλεύει ;
Αν είναι αγνή και αγαθή, γιατί να με παιδεύει ;
Αν είναι ωστόσο μοχθηρή, πώς ηδονές χαρίζει ;
Άμα το θέλω που αγαπώ, πόνους πώς δοκιμάζω ;
Κι αν δεν το θέλω, τι ωφελεί η θλίψη ετούτη πάλι ;
Αν δεν μου είναι ποθητή, ποιος μου την επιβάλλει ;
Κι άμα μου είναι ποθητή, τότε γιατί στενάζω ;
Όπως η χλόη που λυγάει στον άνεμο υποφέρω,
Καθώς με φέρνει μια από δω και μια από την άλλη.
Σαν βάρκα κλυδωνίζομαι στα κύματα τα μαύρα,
Που μέσα στ' άγριο πέλαγο δεν βρίσκει τ' ακρογιάλι.
Κι ούτε ό,τι ξέρω θέλω πια, ούτε τι θέλω ξέρω.
Το θέρος νιώθω παγωνιά και το χειμώνα λάβρα.
Αν πάλι υπάρχει αληθινά, για ποιους σκοπούς δουλεύει ;
Αν είναι αγνή και αγαθή, γιατί να με παιδεύει ;
Αν είναι ωστόσο μοχθηρή, πώς ηδονές χαρίζει ;
Άμα το θέλω που αγαπώ, πόνους πώς δοκιμάζω ;
Κι αν δεν το θέλω, τι ωφελεί η θλίψη ετούτη πάλι ;
Αν δεν μου είναι ποθητή, ποιος μου την επιβάλλει ;
Κι άμα μου είναι ποθητή, τότε γιατί στενάζω ;
Όπως η χλόη που λυγάει στον άνεμο υποφέρω,
Καθώς με φέρνει μια από δω και μια από την άλλη.
Σαν βάρκα κλυδωνίζομαι στα κύματα τα μαύρα,
Που μέσα στ' άγριο πέλαγο δεν βρίσκει τ' ακρογιάλι.
Κι ούτε ό,τι ξέρω θέλω πια, ούτε τι θέλω ξέρω.
Το θέρος νιώθω παγωνιά και το χειμώνα λάβρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





